Aρχική | Βοήθεια FAQ | Newsletter | Επικοινωνία
Αρχική / Εικόνα-Ήχος / ΕΙΚΟΝΑ /

Ελεύθερη Αναζήτηση:

Ενδιαφέρομαι για:

Κινηματογραφικές προβολές σε πανί

/Images/Articles/Πανί_προβολέα_2.jpg
/Images/Articles/Πανί_προβολέα_1.jpg

Έχοντας αναλύσει σε προηγούμενό μας άρθρο τα χαρακτηριστικά και τα είδη των προβολέων, εδώ θα αναφερθούμε στην επιφάνεια που ο προβολέας θα προβάλλει την εικόνα μας. Ίσως η επιλογή πανιού είναι το πιο εύκολο ζήτημα στην ερευνά μας για το home cinema των ονείρων μας, καθώς τα χαρακτηριστικά που θα πρέπει να προσέξουμε είναι σημαντικά λιγότερα από αυτά που χρειάζεται να γνωρίζουμε π.χ. για μια τηλεόραση. Ωστόσο υπάρχουν κάποιες λεπτομέρειες αρκετά χρήσιμες να γνωρίζουμε και αυτό θα προσπαθήσουμε να κάνουμε στο άρθρο αυτό.

 

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από μια πολύ βασική ερώτηση: Πανί ή τοίχος; Η απάντηση δεν είναι πάντα ξεκάθαρη. Ο τοίχος παρουσιάζει κάποια οικονομικά πλεονεκτήματα και μεγαλύτερη ευκολία σε σχέση με το πανί, αλλά η ποιότητα της εικόνας μας ποικίλει. Ας δούμε όμως πως μπορούμε να προβάλλουμε με αξιώσεις την εικόνα μας στον τοίχο. Κατ’ αρχήν πρέπει να γνωρίζουμε ότι για να είναι αποδοτική ποιοτικά η εικόνα μας στον τοίχο, θα πρέπει να τον βάψουμε με κάποιο ειδικό χρώμα, το οποίο μπορούμε να προμηθευτούμε από καταστήματα που πωλούν home cinema. Αυτό που θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας, είναι ότι δεν αρκεί να βάψουμε μόνο τον τοίχο που θα γίνονται οι προβολές μας, αλλά θα πρέπει και οι γειτονικοί τοίχοι καθώς και περίπου ένα μέτρο στο ταβάνι μας να είναι σκουρόχρωμοι. Ο λόγος είναι ότι με αυτόν τον τρόπο, έχουμε πολύ καλύτερα αποτελέσματα στη φωτεινότητα και στην απόδοση των χρωμάτων. Διότι ο τοίχος σε αντίθεση με το πανί αντανακλά το φως προς όλες τις κατευθύνσεις, με αποτέλεσμα να χάνουμε πολύ στην απόδοση των χρωμάτων όταν έχουμε φωτεινό «περίβλημα». Αντίθετα, το πανί αντανακλά το φως πιο κατευθυντικά προς τη θέση θέασης. Βέβαια ο τοίχος δεν «ζαρώνει». Πάντως έχει επικρατήσει η άποψη ότι με το πανί κάποιος έχει καλύτερη ποιότητα εικόνας.

 

Ας δούμε λοιπόν τι ακριβώς πρέπει να γνωρίζουμε σχετικά με την επιλογή του πανιού που θα κάνουμε τις προβολές μας. Το μέγεθος που χαρακτηρίζει το μέγεθος της οθόνης μας, είναι το ίδιο με αυτό που καθορίζει πόσο μεγάλη είναι η τηλεόρασή μας, δηλαδή η διαγώνιός της. Και στα πανιά προβολής υπάρχει η έννοια του κάδρου, δηλαδή 4:3 και 16:9, οπότε μπορεί να έχουμε μια τετράγωνη ή μια μακρόστενη οθόνη με διαγώνιο 100 ιντσών. Το ιδανικό μέγεθος της οθόνης που θα πρέπει να έχουμε στο σύστημα οικιακού κινηματογράφου μας εξαρτάται κυρίως από δύο παραμέτρους, το ποσοστό κάλυψης του οπτικού μας πεδίου και την απόσταση παρακολούθησης. Ένας απλοϊκός κανόνας, για να υπολογίσουμε το πλάτος της οθόνης μας και κατά συνέπεια και την επιθυμητή διαγώνιό της, είναι ότι το μέγιστο πλάτος οθόνης είναι τα 2/3 της απόστασης μεταξύ της οθόνης και του θεατή. Επομένως αν μιλάμε για τρία μέτρα απόσταση, το ιδανικό πλάτος οθόνης είναι τα δύο μέτρα, που αντιστοιχούν σε οθόνη 16:9, με διαγώνιο περίπου 90 ίντσες. Σύμφωνα με τον ίδιο κανόνα το ελάχιστο δυνατό πλάτος οθόνης ισούται με το 1/3 της απόστασης οθόνης-θεατή. Όσον αφορά στο ποσοστό κάλυψης του οπτικού μας πεδίου, το οπτικό μας πεδίο στον οριζόντιο άξονα είναι περίπου 130ο, ενώ στον κατακόρυφο άξονα είναι +/- 30ο.  Η εικόνα λοιπόν για μια απολαυστική κινηματογραφική εμπειρία πρέπει να καλύπτει από 40ο–90ο, στον οριζόντιο άξονα, με κατώτατο όριο τις 30ο. Στον κάθετο άξονα η κάλυψη του οπτικού μας πεδίου δε χρειάζεται να ξεπερνά τις 20ο με ιδανική τιμή 10ο-20ο. Επίσης πολύ σημαντική είναι η τοποθέτηση της οθόνης καθ’ ύψος, δηλαδή ως προς την απόσταση του πανιού από το δάπεδο. Οι προδιαγραφές ΤΗΧ (Lucasfilm quality standards) ορίζουν ότι η γωνία που σχηματίζεται μεταξύ της νοητής ευθείας που περνά από το κεφάλι του θεατή και του επάνω ορίου της οθόνης πρέπει να είναι περίπου 15 μοίρες, αλλιώς ο θεατής είναι αναγκασμένος να στρέφει το βλέμμα του ψηλότερα, με αποτέλεσμα να κουράζεται. Το κάτω όριο της οθόνης θα πρέπει να απέχει από το δάπεδο περίπου 60-120 εκατοστά.

 

Ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό που πρέπει να προσέχουμε είναι το κέρδος (gain) της οθόνης. Το κέρδος χαρακτηρίζει την ανακλαστική ικανότητα του πανιού προβολής, δηλαδή τις οπτικές ιδιότητές του. Το φως που στέλνει ο προβολέας στο πανί ανακλάται πίσω στο θεατή και με τον τρόπο αυτό σχηματίζεται η κινούμενη εικόνα. Σε οθόνη με κέρδος 1 λοιπόν, το φως που προσπίπτει πάνω στην οθόνη ανακλάται ως έχει, δίχως αύξηση ή μείωση της φωτεινότητας. Σε οθόνες με θετικό κέρδος, παρατηρείται αύξηση της ποσότητας του φωτός που επιστρέφει στο θεατή, καθώς το πανί φέρει ειδικό κρυσταλλικό επίχρισμα. Αυτό δε σημαίνει πως οι οθόνες αυτές «γεννούν» φως, απλώς μέσω πόλωσης συγκεντρώνουν την ανακλώμενη φωτεινή ισχύ σε στενότερη δέσμη, στοιχείο που μεταφράζεται σε μικρότερη γωνία θέασης. Στους σημερινούς ψηφιακούς προβολείς LCD και DLP λόγω του ότι χαρακτηρίζονται από αρκετά υψηλή φωτεινότητα, δεν απαιτούνται οθόνες με θετικό κέρδος για μια επαρκώς φωτεινή εικόνα. Απεναντίας οι ψηφιακοί προβολείς χρειάζονται βοήθεια από την οθόνη στον τομέα της απόδοσης του μαύρου, γι αυτό εδώ και αρκετά χρόνια έχουν εμφανιστεί στην αγορά πανιά με ειδικό γκρίζο επίχρισμα. Ουσιαστικά η ιδανική αγορά για ψηφιακούς προβολείς LCD/DLP είναι μια γκρίζα οθόνη με κέρδος 1.

 

Κάτι ακόμη που θα πρέπει να δούμε, είναι τι επιλογές έχουμε ως προς τα είδη των πανιών με βάση την τοποθέτηση και τη χρήση τους. Ένας τύπος πανιών είναι οι σταθερές οθόνες που μένουν μόνιμα τοποθετημένες στη θέση τους και πρόκειται για τεντωμένα πανιά προβολής που προσαρμόζοναι σε ένα ξύλινο ή μεταλλικό κάδρο/πλαίσιο. Η λύση αυτή είναι αρκετά οικονομική και λύνει το πρόβλημα του ζαρώματος του πανιού, όμως προϋποθέτει την ύπαρξη χώρου αποκλειστικά για το πανί, καθώς θα βρίσκεται μόνιμα εκεί. Για το λόγο αυτό οι πτυσσόμενες οθόνες είναι οι πλέον διαδεδομένες, καθώς μπορούμε να τις χρησιμοποιήσουμε μόνο όταν θέλουμε να ανάψουμε τον προβολέα μας, ενώ μαζεύονται όταν δε χρησιμοποιούνται. Στην πιο οικονομική τους μορφή είναι χειροκίνητες και χωρίς προεντατήρες, κάτι το οποίο σημαίνει ελάχιστο κόστος αλλά αναπάφευκτο τσαλάκωμα τρου πανιού μετά από κάποιο χρονικό διάστημα χρήσης. Η καλύτερη αλλά και σαφώς πιο ακριβή λύση είναι οι ηλεκτρικές οθόνες με προεντατήρες. Το μάζεμα και το ξεδίπλωμα των οθονών αυτών γίνονται αυτόματα με τη βοήθεια ενός ηλεκτροκίνητου μοτέρ (είτε ενσύρματα είτε ασύρματα με τη χρήση τηλεκοντρόλ), ενώ οι ειδικοί προεντατήρες αναλαμβάνουν να διατηρούν το πανί τεντωμένο.

 

Για το τέλος, ίσως είναι σκόπιμο να αναφέρουμε κάποια λίγα πραγματάκια σαν tips και τι πρέπει να προσέξουμε. Το ότι ένα πανί μπορούμε να το κατεβάσουμε μέχρι όποιο σημείο εμείς θέλουμε δεν καθιστά την οθόνη μας κατάλληλη για κινηματογραφική προβολή. Κι αυτό είναι ένα σημείο που στην αγορά μπορεί να μας ξεγελάσουν και το κάνουν. Οι οθόνες data δεν ταιριάζουν σε κινηματογραφικό προβολέα. Γενική και βασική αρχή είναι ότι η οθόνη μας θα πρέπει να έχει το ίδο κάδρο με αυτό του προβολέα μας. Επίσης ένα  στοιχείο που αξίζει να αναφέρουμε είναι ότι το μαύρο πλαίσιο που υπάρχει γύρω απο ορισμένες οθόνες αυξάνει τη φωτεινότητα της προβαλλόμενης εικόνας.

 

Έχοντας καλύψει αρκετά σκοτεινά ίσως σημεία για την προβολή της εικόνας, είναι πλεόν εφικτό ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα αλλά και με τον διαθέσιμό του χώρο κάποιος, να επιλέξει την καταλληλότερη λύση. Για ακόμη περισσότερες και πιο εξειδικευμένες πληροφορίες μπορεί κανείς να αντρέξει και στην ιστοσελίδα που παρατίθεται παρακάτω.

 

 

 

Μιχαλης Σαρρής

Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και Μηχανικός Η/Υ